Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ - ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΣΟΥ ΛΕΝΕ ΕΦΤΑΙΓΕ Η ΕΥΑ


«Σαν πολύ δεν καθυστέρησες να επιστρέψεις στο σπίτι χτες; Έγινε εννέα για να μπεις μέσα. Η δουλειά σου δεν τελειώνει στις πέντε»;
«Ναι, αλλά είχαμε σύσκεψη και γι’ αυτό καθυστέρησα».
«Αυτές οι συσκέψεις… αχ… Πολλές δεν είναι βρε Φάνη μου; Πόσες συσκέψεις κάνουν οι εταιρείες πια; Εκατόν; Οι περισσότερες μία κάθε βδομάδα κανονίζουν. Εδώ μιλάμε για καθημερινό φαινόμενο».
«Ανάκριση μου κάνεις τώρα βρε Εύα για να καταλάβω δηλαδή. Μωρέ, κοίταξε τη δουλειά που δεν έχεις κι άσε με εμένα».
Τέλεια πρωινή συνομιλία μεταξύ ενός παντρεμένου ζευγαριού, μην μου πείτε. Και τέλεια φάση για να ξεκινάει μια γυναίκα τη μέρα της. Μια γυναίκα που έχει δώσει τα πάντα στο σύζυγο και την οικογένεια της. που δεν σκέφτηκε ποτέ τον εαυτό της, που πάντα βάζει πάνω απ’ όλα τη ζωή εκείνου και των παιδιών της, που είναι υπηρέτρια, δασκάλα, μητέρα, σύζυγος, ερωμένη… όλα μαζί στη συσκευασία του ενός… και που η ανταμοιβή της είναι μόνο φωνές και πικρά λόγια. Ατάκες που πληγώνουν, δημιουργώντας μικρά καρφιά μέσα της τα οποία θαρρείς και αναγεννιόνται όποτε προσπαθεί να τα’ αποβάλει. Και γίνονται δυνατότερα και την πονάνε, ακόμη κι όταν παρέλθει καιρός. Γιατί στην πραγματικότητα κι έστω κι αν τα καλύπτουν μερικές φορές λόγια κάπως τρυφερά, εκείνα παραμένουν στο ίδιο σημείο και την βασανίζουν.
Κοίταξα με μια γερή δόση πίκρας να ταξιδεύει στα μάτια μου τον Φάνη που καθόταν ακόμη απέναντι μου μπροστά στο laptop του, επικεντρωμένος ασταμάτητα στην κρύα του οθόνη. Κάποιες στιγμές άπλωνε το χέρι, έπαιρνε τον καφέ του και ρουφούσε δυο – τρεις γουλιές προτού επικεντρωνόταν ξανά απόλυτα σε αυτό που έκανε, αγνοώντας πλήρως το κακό που δημιουργούσε με τον τρόπο του στη σχέση μας. Ποια σχέση μας δηλαδή, αφού ακόμη κι αυτή είχε μπαγιατέψει όπως και εμείς οι ίδιοι.
Οι αδιάκοποι χτύποι του ρολογιού στον τοίχο με έκαναν να ανασηκωθώ στη θέση μου. Η ώρα είχε πάει ήδη οκτώ κι εγώ έπρεπε να έτρεχα να ετοιμαζόμουν για να μην αργούσα στο ραντεβού μου. Στις δέκα όφειλα να ήμουν εκεί και στους δρόμους είχε απίστευτη κίνηση. Θα χρειαζόμουν τουλάχιστον μιάμιση ώρα για να φτάσω και δεν είχα καμία διάθεση να καθυστερούσα. Τι εντύπωση θα έκανα μετά;
«Μην ανησυχείς χρυσέ μου. Θα κοιτάξω τη δουλειά μου, όχι όμως αυτή που δεν έχω όπως ανέφερες μα αυτή που θα έχω», επεσήμανα έντονα και παρατηρώντας τον εκνευρισμένα έτρεξα μέσα χωρίς να προφέρω οτιδήποτε άλλο, ενώ ο ίδιος παρέμεινε να παρατηρεί την ανοιχτή πόρτα προς το υπνοδωμάτιο ακόμη κι όταν είχα φύγει.
Ήμουν σίγουρη πως είχε καταλάβει ότι είχα θυμώσει αλλά ήταν τόσο αδιάφορος που δεν θα τον ένοιαξε καθόλου. Ποτέ άλλωστε δεν είχε ενδιαφερθεί πραγματικά για το τι ένιωθα ή ήθελα. Ήταν πάντα κλεισμένος στον κόσμο του, ένα κόσμο που είχε ο ίδιος δημιουργήσει, αυτόν που τον βόλευε και τον ικανοποιούσε.
Όχι, λάθος. Παλιά δεν ήταν έτσι. Τον καιρό της γνωριμίας μας ήταν διαφορετικός. Ρομαντικός, ευαίσθητος… Ένας ερωτευμένος άντρας που ήξερε τι ήθελε από την πρώτη στιγμή. Εμένα.
Οι θύμησες από την μέρα που τον αντάμωσα ήρθαν και πάλι στο μυαλό μου. Όχι σαν μαυρόασπρες αυτόματες φωτογραφίες μα όπως είχαν γίνει στην πραγματικότητα, με κάθε λεπτομέρεια μα και με κάθε του λέξη…
«Συγνώμη, θέλετε να τηλεφωνήσετε»;
Άκουγα και πάλι τη φωνή του. Έβλεπα ξανά τα εκφραστικά του μάτια, το τέλειο προφίλ του. Αισθανόμουν και πάλι την ανάσα του καυτή στο πρόσωπο μου… Όχι. λάθος, αυτό είναι από άλλο κεφάλαιο. Παρόλ’ αυτά τον θυμόμουνα. Να στέκεται πλάι στο τηλεφωνικό θάλαμο παρέα με ένα φίλο του και να με κοιτάει σαν ξερολούκουμο. Καλέ και το ξερολούκουμο θα χε κι έλεος. Αφού και η ξαδέρφη μου που ήταν μαζί μου στο αυτοκίνητο το είχε προσέξει.
«Καλέ…».
«Τι ναι»;
«Καλέ»…
«Λέγε παιδί μου τι»;
«Καλέ»…
«Άντε κόλλησε η βελόνα. Λέγε βρε Ντινάκι μ’ έπρηξες»…
«Πως σε κοιτάει αυτός παιδί μου»;
«Πως με κοιτάει»;
«Σαν ξερολούκουμο».
«Τι λες; Σου βάρεσε τελείως πια. Αφού εγώ είμαι μέσα στο αυτοκίνητο κι εκείνος είναι απ’ έξω».
«Ε κι αυτό τον εμποδίζει από το να σε δει»;
«Να σου επισημάνω πως είναι βράδυ»;
«Να σου επισημάνω πως τα αστέρια λάμπουν στον ουρανό»;
«Να σου επισημάνω πως με λίγα αστεράκια δεν μπορεί να συμβεί αυτό που λες»;
«Να σου επισημάνω πως το φως από τις βιτρίνες του πολυκαταστήματος ακριβώς πλάι μας είναι τόσο δυνατό που έξω μοιάζει με μέρα»;
Στύλωσα το βλέμμα μου τριγύρω. Εδώ που τα λέμε η Ντίνα δεν είχε κι άδικο.
Μπορεί να είχε λίγη μυωπία μα δεν είχε σίγουρα αχρωματοψία. Εξάλλου φόραγε φακούς επαφής εκείνη τη στιγμή που τα έλεγε αυτά…. Ή μήπως όχι;
«Για πες μου φοράς»…
«Προτού με ρωτήσεις, ναι φοράω τους φακούς μου»… με διέκοψε, ρίχνοντας μου μια έντονη ματιά.
«Α, καλά»…
Χαμογέλασα δαγκώνοντας νευρικά τη γλώσσα μου. Ήξερα πόσο εκνευριζόταν η αγαπημένη μου ξαδερφούλα όταν κάποιος σχολίαζε την… στραβομάρα της οπότε εκείνη τη στιγμή αισθανόμουν απόλυτα ικανοποιημένη με την έκβαση της όλης κατάστασης. Είχε προσπεράσει τελείως το σχόλιο μου και είχε στρέψει το κεφάλι αλλού, πράγμα μάλλον ακαταλαβίστικο, λαμβανομένου υπόψη και του εκρηκτικού της ταμπεραμέντου όμως δεν είχε σημασία. Φτάνει που την είχα σκαπουλάρει με ελαφρά πηδηματάκια. Κι αυτό σίγουρα το όφειλα στον ξανθό εκείνο τύπο που είχε τραβήξει - τώρα γιατί δεν έχω ιδέα αφού από εκείνο το σημείο φαινόταν τόσο άσπρος όσο η κρέμα γάλακτος – την προσοχή της.

Δεν υπάρχουν σχόλια: