Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Απόσπασμα από το νέο μου βιβλίο "Όπου πάει η καρδιά"


«Μήπως πλησιάζουμε»;
Η Αλίκη κοίταξε με μισόκλειστα μάτια από τη σκόνη της ερήμου τον Κέβιν που κινείτο ακόμη ίσια, οδηγώντας την καμήλα του ένας Θεός ήξερε που. Η αλήθεια ήταν πως την τρόμαζε το γεγονός πως εκείνη η σκονισμένη αύρα που χάιδευε εδώ και αρκετή ώρα το πρόσωπο της είχε ενταθεί, παρόλ’ αυτά δεν επιθυμούσε διόλου να έδειχνε την ταραχή της στο νέο έτσι προτίμησε να μην το σχολιάσει καν. Τώρα όμως.. Η πιθανότητα να πλησίαζε μια φοβερή αμμοθύελλα δεν έπαψε να περνάει από το μυαλό της. Εκείνη η πιθανότητα την αναστάτωνε όσο τίποτ΄άλλο, γι’ αυτό…
Η φωνή του την έβγαλε αστραπιαία από τις σκέψεις της.
«Αν εννοείς στη σκηνή μου έχουμε αρκετό δρόμο ακόμη.. Γιατί»;
«Απλά ρώτησα».
Δεν ήθελε να τον εκνευρίσει. Πιότερο αυτό στριφογύριζε στο κεφάλι της. Πως υπήρχε η περίπτωση να τον νευρίαζε και ήταν το τελευταίο που επιθυμούσε τη συγκεκριμένη στιγμή.
Δεν είχε όρεξη για καβγάδες. Εκτός φυσικά από την όρεξη του να μούλιαζε στο νερό μιας μπανιέρας πίνοντας ένα δροσιστικό ποτό. Να αισθανόταν τις στάλες να χαϊδεύουν το κουρασμένο δέρμα της, καθαρίζοντας κάθε βρωμιά και μυρωδιά από το κορμί της. Τι τέλεια αίσθηση. Τι παράδεισος ακόμη και να το σκέφτεται κανείς σε εκείνο το ξεχασμένο, από τον κόσμο και τους ανθρώπους, μέρος.
Δίπλα από τις καμήλες που αμφιταλαντεύονταν στο φύσημα του ανέμου περνώντας σχεδόν πλάι από μια αλυκή η οποία απλωνόταν απέραντη τριγύρω, η Αλίκη μπόρεσε να διακρίνει ένα μικρό λόφο με μια τρύπα σαν σπηλιά στην άκρη του. Ίσως να ήταν μόνο μια ανάσα στημένη εκεί από του πουθενά, φτιαγμένη από τη φύση για να σπάζει την απέραντη αχαμνή έρημο, δεν έπαυε όμως να ήταν και μια μετέωρη ελπίδα σε περίπτωση που θα συνέβαινε κάτι το οποίο θα έβαζε σε κίνδυνο τη ζωή τους… Ναι… αυτό ήταν απολύτως βέβαιο…

Δεν υπάρχουν σχόλια: